ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Σήμερα το χωριό μου λέγεται «Μίνθη». Η μετονομασία έγινε το 1928 και οι λόγοι θα αναλυθούν σ’ αυτό το κεφάλαιο. Το παλιό όνομα είναι «Άλβαινα» και εξακολουθεί ν’ ακούγεται και σήμερα παράλληλα με τη νέα ονομασία. Η παλιά ονομασία χάνεται στο Μεσαίωνα, κάπου στην περίοδο πριν την ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ. Στην περιοχή κυρίως του κάστρου και περιμετρικά, υπήρχαν παλιοί οικισμοί, όπως η Μούσγα, η Γκαρζενίτσα και το Χρυσούλι (η ξενόγλωσση Serina, η βυζαντινή Χρυσορέα ή Χρυσοβέα). Στη θέση της σημερινής Άλβαινας αναφέρεται οικισμός ονομαζόμενος «Τrania» (βλέπε απόσπασμα χάρτη) και επομένως πρόβλημα αποτελεί το πότε το χωριό πήρε το αρχικό του όνομα. Οι ιστορικές πηγές, που έχω υπόψη μου, φτάνουν μέχρι την Επανάσταση του 1769 και λίγο πριν κατά την Ενετική κυριαρχία ( 1685-1715). Σε μένα έχει παγιωθεί η πεποίθηση ότι το πρόβλημα το φωτίζει επαρκώς η τοπική παράδοση και κυρίως το ποιηματάκι, που άκουσα από τη γιαγιά μου για την Βγενικούλα, γυναίκα του Μήτρου Αλβαινιώτη και τον Γιάννουλα το Γερακό, που δεν είναι άλλο πρόσωπο από τον Γιάννη Άγριο. Ο Άλμπωνας, που αναφέρεται στο ποίημα, είναι η ονομασία του βουνού Μίνθη και του χωριού, που αποκαλούντο επίσης Άλμπαινα και Άλβαινα, από την τοπωνυμιακή λέξη Αλίβαινα (βουνό με κορφές Κάστρο ή Ζακούκα, Βουνούκα ή Βαυνούκα και Ρουνίτσα).Το βουνό Αλίβαινα είναι η Μίνθη, που αρχίζει από την Ζαχάρω και φτάνει μέχρι την Ανδρίτσαινα. Το τοπωνύμιο Αλίβαινα είναι λέξη παράγωγη του ποταμού του κάτω κόσμου (ο Αλίβας), βλέπε λεξικό Πάπυρος.Αυτό, το τοπωνύμιο, αναφέρεται στο Γεωγραφικό Λεξικό, Σταματελάτου Μιχ.-Σταματελάτου Βάμβα Φωτ. Ο Αλίβας ήταν τοποτάμι, στα κύματα του οποίου ταλαιπωρούνταν οι ψυχές μέχρι να φτάσουν στον Άδη. Η ίδια λέξη, σημαίνει και το σώμα του νεκρού.  Κατά τη γνώμη μου η ονομασία της σημερινής Μίνθης και της ευρύτερης περιοχής του ομώνυμου βουνού με το παλιό κυριωνύμιο Άλβαινα ενισχύει την άποψη όσων θεωρούν την αναγραφή της κατάληξης - αινα με  «αι». 

Eίναι αρκετοί αυτοί που προβάλλουν με τις πνευματικές τους εργασίες το «αι» αντί του «ε» και τους απαριθμώ:

  1. ΦΕΚ 131/1884 περί συστάσεως δημοτικών σχολείων αναγράφεται: σχολείο αρρένων εν Αλβαίνη.
  2. Αθανασίου ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ «ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΙ», ΕΚΔ. ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΣΚΕΨΗΣ,  ΙΟΥΛΙΟΣ 1994,  ΣΕΛ. 206…Προέλασις του Ιμβραήμ στην οχυράν πόλιν Άλβαινα. ΣΕΛ. 217:…Απήλθεν εις Ζούρτσαν και εκείθεν διευθήνθη εις Άλβαιναν. Και σε άλλες σελίδες του βιβλίου αυτού.
  3. Μιχαήλ Σ. ΚΟΡΔΩΣΗΣ, ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΑΡΑΚΛΟΒΟΝ (ΑΛΒΑΙΝΑ ΗΛΕΙΑΣ), ΑΝΑΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΩΔΩΝΗ, ΤΟΜΟΣ ΙΗ΄, ΤΕΥΧΟΣ 1(1989).
  4. Νικολάου ΚΟΝΤΟΒΟΥΝΙΣΙΟΥ, ΚΑΣΤΡΟ ΑΡΑΚΛΟΒΟ, ΑΘΗΝΑ 1996 αναγράφει με «αι» το χωριό Άλβαινα.
  5.  Ο Γ. Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ στη μελέτη του «Κάστρο ΑΡΑΚΛΟΒΟ» που το τοποθετεί στη Μίνθη αναγράφει την παλιά ονομασία του χωριού Άλβαινα.
  6. Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ τοποθετεί το κάστρο Αράκλοβο στο Χρυσούλι και αναγράφει την παλιά ονομασία του χωριού Μίνθη (ΑΛΒΑΙΝΑ).
  7. ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΟΥΤΣΙΚΑ, ΣΛΑΥΒΟΙ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ, Αθήνα 1992. Σε ανάλυση της κατάληξης των τοπωνυμίων σε - αινα και -ενα αναγράφεται η Άλβαινα με «ε» αναφέροντας μελέτη του καθηγητή Πετρόπουλου Δημήτρη (σελ.105). Αντίθετα ο ίδιος συγγραφέας στους δυο τόμους της εργασίας του «Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ (1205-1420)» - ΕΚΔ. ΒΙΒΛΙΟΠΑΝΟΡΑΜΑ, καθώς και στο βιβλίο του «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ»,  ΑΘΗΝΑ 1995  αναγράφει με «αι» το χωριό Άλβαινα σε πολλά σημεία και πουθενά με «ε».
  8.  Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ στο βιβλίο του «ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ» ΕΚΔ. ΟΙΚΟΣ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1939 αναγράφει ότι ο Επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου στα 1770 στο χωριό Άλβαινα το σήμερα ονομαζόμενο Μίνθη της Επαρχίας Ολυμπίας αναγράφοντάς το με «αι».
  9. Ο ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ στο βιβλίο του «Ο ΜΕΘΩΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», 1985 αναφέρει τη γενέτειρα του Ιεράρχη Άλβαινα με «αι».
  10.  Το περιοδικό «ΙΘΩΜΗ», ΤΕΥΧΟΣ 39-40, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1996, στη σελ. 178, αναφέροντας τους γνωστούς Επισκόπους Μεθώνης, αναγράφει τον Γρηγόριο Παπαθεοδώρου  1816-1825 καταγόμενο από τη Μίνθη (Άλβαινα της Τριφυλίας) με «αι» το παλιό όνομα.
  11.  Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ στο βιβλίο «ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΟΡΕΩΣ», Εκδόσεις Ελεύθερης Σκέψης, Ιούλιος 1994 αναγράφει την ονομασία Άλβαινα με «αι» και μάλιστα στη σελίδα 39 αποδίδει αυτή την ονομασία σε όρος (βουνό) αναφέροντας σε υποσημείωση 1. (Μίνθη όρος ζυγός των Σκορτών).
  12.  Ο ΗΛΙΑΣ ΤΟΥΤΟΥΝΗΣ  στο βιβλίο «Η ΗΛΕΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ», εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΑΝΟΡΑΜΑ 2008, στη σελ.124 αναγράφει τρίστιχο με την ονομασία Άλμπαινα, στη δε σελ. 528 αναφέρει το χωριό Άλβαινα με «αι».
  13.  Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ στο βιβλίο «ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ  ΗΡΩΙΚΕΣ  ΜΟΡΦΕΣ 1453-1821» στις σελ. 235-236 αναγράφει το χωριό Άλβαινα με «αι». Ακόμη στη σελ. 5 αναγράφει το όνομα Γιάννης Αλβαινιώτης με την ίδια ορθογραφία.
  14.  Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ στο βιβλίο «ΤΡΙΦΥΛΙΑΚΟΣ  ΠΥΛΟΣ», σελ. 51 αναφέρει ότι ο Πάμισος (εννοώντας τον Αρκαδικό σήμερα Αϊσίδερο) ποτάμι που πηγάζει από τας υπωρείας της Αλβαίνης κοντά στο χωριό Τσορβατζή αναγράφει το χωριό με «αι». Ακόμη ταυτίζει το όνομα Άλβαινα με το βουνό (όρος), όπως και ο Στέφανος Δραγούμης. Αυτό καταγράφεται απερίφραστα και στη σελ. 84 με την ίδια ορθογραφία (αι) και την ακόλουθη διατύπωση: «Μίνθη λέμε και σήμερα το ανατολικό βουνό της Ζαχάρως. Λέγεται και Άλβαινα».
  15.  Στις καταθέσεις των Αλβαιναίων μαρτύρων υπεράσπισης στη δίκη Κολοκοτρώνη – Πλαπούτα, όπου αναφέρεται το χωριό καταγωγής τους και η παρουσία εκεί του Κοντοβουνίσιου, πάντοτε η Άλβαινα γράφεται με «αι» ακόμα και στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης.
  16.  Στην ιστοσελίδα Αρodimοs.com έχοντας ως πηγή το βιβλίο του Ταξίαρχου Γεωργίου Καραματσόλη «Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΩΝ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ Δ. ΠΛΑΠΟΥΤΑ» όπου αναφέρεται το χωριό Άλβαινα αυτό γράφεται με «αι». Ακόμη στο βιβλίο «ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας», Ιανουάριος 2011, «Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ» το χωριό Άλβαινα γράφεται πάντα με «αι».
  17.  Ο Βέης Νικ. Καθηγητής Πανεπιστημίου, στο βιβλίο ΔΗΜΩΔΗ ΑΣΜΑΤΑ  ΦΙΓΑΛΙΑΣ Εκδόσεις 1903, σελίδες 259,261 και σε άλλες, αναγράφει το όνομα του χωριού με (αι) και όχι με (ε). Η γνώμη του έχει βαρύνουσα σημασία όσον αφορά την ορθή αναγραφή του ονόματος.                              

Το όνομα του χωριού με «ε» το βρήκα στο βιβλίο του Ανδρέα Μπούτσικα, που προαναφέρω, σε ορισμένα σημεία του βιβλίου του Αθ. Γρηγοριάδη και ακόμα στο βιβλίο «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΤΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΑΛΕΑΣ» του ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ ΗΛΙΑ, Αθήνα 1994, αλλά το όνομα εδώ έχει παραληφθεί από τούρκικα κατάστιχα για το χαράτσι των ετών 1806 – 1807, οπότε η ορθογραφία δεν μπορεί να θεωρηθεί αυθεντική. Ο δάσκαλος ΑΘ. Μ. ΚΛΩΝΑΡΗΣ, συγγενής μου, που δίδαξε εμένα και άλλους Αλβαιναίους τα πρώτα γράμματα, στο βιβλίο του για την ιστορία του χωριού αναγράφει παντού το όνομα αυτό με «ε»  σε αντίθεση με αυτά που μας δίδαξε στα πρώτα μαθητικά χρόνια θεωρώντας μάλιστα ως ορθογραφικό λάθος την αναγραφή του χωριού με «ε».

Το πρόβλημα δημιουργήθηκε το 1928 που μετονομάστηκε το χωριό σε Μίνθη αλλά και από τη γνώμη κάποιων «προφεσόρων» ντόπιων και ξένων ότι η παλιά ονομασία ήταν ξενόγλωσση. Τότε έγιναν πολλά λάθη στη μετονομασία χωριών και κωμοπόλεων από την ίδια την πολιτεία, που ανέθεσε σε υπαλλήλους της ασχέτους να ασχοληθούν μ’ αυτό το θέμα. Κάποιος πατριώτης, που δεν επιθυμώ να τον σχολιάσω, θεώρησε την παλιά ονομασία του χωριού όχι μόνο ξενόγλωσση αλλά και Αλβανικής προέλευσης, χωρίς να εξηγεί σε ποιες πηγές ή στοιχεία βασίστηκε. Δεν αποτελεί μέρος της παρούσας εργασίας, αλλά έχω συγκεντρώσει πάρα πολλά στοιχεία για το τοπικό λεξιλόγιο και τις ντοπιολαλιές που παλιότερα ακούγονταν στον τόπο μου και αποτελούν ένα πολύτιμο θησαυρό. Επισημαίνω ότι τα στοιχεία της Αλβανικής και Αρβανίτικης γλώσσας είναι σχεδόν ανύπαρκτα σε αντίθεση με εκείνα της Λατινικής, της Ιταλικής, της Βενέτικης, της Τούρκικης, της Αραβικής, της Σλαβικής, της Βουλγαρικής και της Ρουμάνικης ακόμα. Θεωρώ αδιανόητο να είναι το παλιό όνομα του χωριού αλβανικό, χωρίς να υπάρχουν επώνυμα αλβανικά ή αρβανίτικα και λέξεις παρόμοιας προέλευσης. Ένα μόνο τοπωνύμιο υπάρχει στην περιοχή της Κοστομέρας, αλβανικό η «λούμπα», ενώ σε άλλες τοποθεσίες για τον ίδιο προσδιορισμό επικρατεί η λέξη «λίμνα». Οι καταλήξεις τοπωνυμιών σε ιζα- εζα –εσι, που είναι αλβανικής ή αρβανίτικης προέλευσης, λείπουν τελείως στην περιοχή της Άλβαινας, όπως Ντούρμιζα, Ντάρντιζα, Σέγκλιζα, Κόνεζα, Ρίπεσι, Δήλεσι, Σέσι κ.τ.λ. (βλεπε Β. Σταυρόπουλου ΣΥΜΒΟΛΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΗ του χωριού Λάπ(π)η Τριφυλίας, ΑΝΑΤΥΠΟ «ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΦΥΛΙΑΚΗ ΕΣΤΙΑ», τεύχ. 13 - 15, Αθήνα 1997.

 

 

H ΠΕΤΡΟΠΗΓΑΔΑ ΤΗΣ ΜΙΝΘΗΣ
Α. Στη βοριoανατολική πλαγιά της Βουνούκας η Βαβνούκας, μιας από τις κορυφές του Βουνού Μίνθης ή Αλίβαινας [υψομ.1222 μ.],600 περίπου μέτρα χαμηλότερα από τον Άγιο Ηλία, υπάρχει τοποθεσία που λέγεται Πετροπηγάδα. Το τοπωνύμιο αυτό ακούγεται από τα παλιά χρόνια, επειδή εκεί σε ένα ασβεστολιθικό αντέρεισμα[ βραχοσειρά] μήκος 60 μ. πλάτους μέχρι 8 μ. και ύψους μέχρι 4 μ. υπάρχει στη νότια πλευρά, μία σχισμή που καταλήγει σε κοίλωμα και όλο το χρόνο διατηρεί νερό από τους όμβρους[βροχές],το οποίο ρέει μέσα από διακλαδώσεις του βράχου. Η παρουσία του νερού υπάρχει όλο το χρόνο, ακόμα και τους καλοκαιρινούς μήνες, χωρίς ποτέ να έχει σημειωθεί ελλειψή του. Το κοίλωμα αυτό αποκαλείται Πετροπηγάδα και βρίσκεται στο κάτω μέρος του αντερείσματος σε ύψος1,1\2 μ. από το έδαφος [βλ. φωτ. 1η]
1.Ετυμολογικά η λέξη είναι σύνθετη από το πέτρα και πηγάδα και μας παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό πέτρα[Ομηρ.Οδ.ι213]=βράχος ,ογκόλιθος και το πηγάδι, αρχαιοελληνικό πηγή και Δωρ.παγά [βλ. Μπαμπινιώτη Γ. ετυμολογικό λεξικό].
2.Η πέτρα ορίζεται ως μεγάλος ριζωμένος βράχος, με πολλές ακόμα έννοιες, είναι αρχαιοελληνική λέξη με τον Ιων. τύπο πέτρη [Πάπυρος, λεξικό της Ελληνικής γλώσσας,έκδ.2013].Η πηγάδα ή πηγάδι, είναι λέξεις Μεσαιων.Νεοελλ. και προέκυψαν από το αρχαίο πηγή και παγά, που σημαίνουν άνοιγμα από το οποίο αναβλύζει νερό, προερχόμενο από υπόγεια φυσική δεξαμενή[βλεπ.ίδιο λεξικό με εκτεταμένη ανάλυση].
Η λέξη πετροπηγάδα ουσιαστικά σημαίνει πηγάδι στο βράχο [πέτρα] αλλά σε κοίλωμα, όπως πράγματι είναι. Το δημοτικό τραγούδι[κάτω στην άσπρη πέτρα, στο κρύο το νερό], εννοεί πηγή στη ρίζα του βράχου. Τέτοιες πηγές υπάρχουν: στη σπηλιά της Γκρεμισμένης στον Αχέροντα ποταμό, εκεί που συναντάται με τον Πυρνοπόταμο, στην απάνω Γαρζενίτσα κάτω από το βράχο της Εκκλησούλας [Μίνθης] και στη Μπούρα της Ζούρτσας[Ν.Φιγαλείας]. Β. Ο βράχος της Πετροπηγάδας είναι ένα Καρστικό φαινόμενο[σχετικό με ασβεστολιθικό πέτρωμα].Το κάρστ, είναι λέξη Γερμανική[Κarst] και τοπωνύμιο οροσειράς της Σλοβενίας [βλ.Μπαμπινιώτη Λεξικό]
Το Ελληνικό δάνειο κάρστ[το] είναι άκλιτο μόριο, όρος που αναφέρεται στο ανάγλυφο περιοχών με ανθρακικά πετρώματα, στο οποίο εμφανίζονται χαρακτηριστικές επιφανειακές και υπόγειες γεωμορφές, οφειλόμενες στη διαβρωτική δράση των υδάτων.[Πάπυρος λεξικό της Ελληνικής γλώσσας έκδ.2013].
Γ. Αναπαράσταση του καρστικού φαινομένου παρουσιάζεται στο Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας, όπου πάνω σε φερτό βράχο, γίνεται παράσταση της βροχής που διεισδύει μέσα από ρωγμές και στη συνέχεια εμφανίζεται σαν πηγή με ροή του νερού. Αυτή η παράσταση οδηγεί στην Πετροπηγάδα της Μίνθης, χωρίς επιφύλαξη καμμία. Στο Μουσείο υπάρχουν αναρτημένες ενημερώσεις, για το κάρστ, το καρστικό φαινόμενο, τα ανθρακικά πετρώματα, την αιτία των διαβρώσεων και τη δημιουργία κοιλωμάτων μέσα στους βράχους.
1.Τα πετρώματα κάρστ, σχηματίστηκαν στη θάλασσα πριν 200 έως 100 εκατομμύρια χρόνια. Αυτά που υπάρχουν στον Ελλαδικό χώρο, σχηματίστηκαν σαν ιζήματα σε μέρη του Ωκεανού της Τηθύος, ο οποίος περιελάμβανε τη Μεσόγειο, την Νότια Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική. Πριν από 35 εκατομμύρια χρόνια άρχισαν να αναδύονται από τη θάλασσα σταδιακά οι οροσειρές που υπάρχουν σήμερα στη χώρα μας. Τα ασβεστολιθικά πετρώματα της Μίνθης και των περισσοτέρων βουνών της Πελοποννήσου, αναδύθηκαν από τη θάλασσα και επικάθησαν το ένα πάνω στο άλλο[βλεπ.φωτ 3] ή όρθια δίπλα-δίπλα, πριν από 30 έως 35 εκατομ.χρόνια. Αυτό το είδος πετρωμάτων σχηματίστηκε στο βάθος μιας πολύ βαθειάς θάλασσας και έχουν απολιθώματα από μικρά μονοκύτταρα ζώα που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι. Αυτό το πέτρωμα αποκαλείται πλακώδης ασβεστόλιθος που σχηματίσθηκε πριν 80 εκατομ.χρόνια όπως μας πληροφορεί επιγραφεί του Μουσείου. Κύρια αιτία ανάδυσης των βουνών με αυτά τα πετρώματα τα ασβεστολιθικά, ήταν οι πιέσεις των πλακών της Μεσογείου, αλλά και άλλα τεκτονικά φαινόμενα [σεισμοί, ηφαίστια].
2.Η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρία, παρουσιάζει εργασία της κ.Παπαδοπούλου-Βρυωνιάτη Κυριακής, καθηγήτριας Γεωλογίας του Παν/μίου Αθηνών στο WWW speleologicalsosiety g.r,με θέμα ΚΑΡΣΤΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΓΕΝΕΣΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ. Κάποιος που έχει σχέση με τη Γεωλογία και τη χημεία, καταλαβαίνει πολλά από αυτή την εργασία, σχετικά με τη διάβρωση των πετρωμάτων, τη δημιουργία των σπηλαίων, των υπόγειων ποταμών, των βαράθρων,τα ων καταβοθρών και των ρηγμάτων που προήλθαν από τα ευδιάλυτα πετρώματα στο νερό της βροχής και άλλων πολλών θεμάτων που πραγματεύεται. Προσωπικά δεν διαθέτω αυτές τις γνώσεις και θα σταθώ μόνο στις [στρωματικές ασυνέχειες], που ερμηνεύουν το φαινόμενο της Πετροπηγάδας στη Μίνθη. Οι ασυνέχειες αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα στη δημιουργία του κάρστ, διότι με αυτές διευκολύνεται η διέλευση του νερού της βροχής και η χημική διάλυση των πετρωμάτων, που ως προς το βάθος δεν είναι απεριόριστη. Καθορίζουν οι ασυνέχειες μία επιφάνεια [επίπεδο βάσης] που κάτω από αυτή δεν πραγματοποιείται καρστικοποίηση. Η Πετροπηγάδα πράγματι παρουσιάζει ένα στεγανό υπόβαθρο[τοπικό βασικό επίπεδο] που συμβάλλει στη συγκέντρωση του βρόχινου νερού στο κοίλωμα που έχει δημιουργηθεί, χωρίς να γνωρίζουμε το μήκος του μέσα στο ρωγμώδη βράχο. Ακόμα δεν γνωρίζουμε το ρόλο των λειχηνών και των βρύων[μούσχλια] που εμφανίζονται, επάνω στο βράχο οι πρώτες και στις σχισμές τα δεύτερα. Τα βρύα συγκρατούν βάρος νερού βροχής εξαπλάσιο από το δικό τους και από αυτό αποβάλλεται διοξείδιο του άνθρακα CO2,που συμβάλλει στην αποσάθρωση του πετρώματος και λειτουργεί σαν όξινο ανθρακικό ασβέστιο Ca[HCO3]2.Τον χημικό τύπο τον αναγράφει ανάρτηση του Μουσείου Στυμφαλίας. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για περισσότερα, θα πρέπει να μελετήσει τους όρους [πόλγες, δολίνες και λάκκες],οπότε κατανοεί περισσότερα για τα καρστ, το ανάγλυφο του τοπίου και τη συγκέντρωση των υπογείων δεξαμενών νερού.
3.Η Τηθύς [υος], κατά τον Κωνσταντινίδη Ανεστ. Μυθολογικό λεξικό, ήταν κόρη του Ουρανού και της Γαίας, γυναίκα του Ωκεανού, γεννήσασα πλήθος τέκνων. Μεταξύ των τέκνων αναφέρονται ο Κρόνος και η Ρέα. Ο Ωκεανός, αδερφός της Τηθύος, ο πρεσβύτατος των Τιτάνων, θεός της έξω θαλάσσης από την οποία ενομίζετο ότι είχαν την αρχήν των όλοι οι ποταμοί και όλες οι πηγές της γης. Με την Τηθύν εγέννησεν τρισχιλίους ποταμούς και τρισχιλίας Ωκεανίδας. Κατά τον Ησίοδο είχε τας πηγάς του επί του όρους της Λευκάδος στη χώρα των Κιμμερίων.
4.Για την Πετροπηγάδα της Μίνθης[Βουνούκας] υπάρχει πλούσιο μυθολογικό, λαογραφικό και βιωματικό υλικό το οποίο θα παρουσιασθεί σε προσεχή εργασία.
 

 
 
 


 

 

                  H ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ AΛΒΑΙΝΑ [Μίνθη Ηλείας] ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

Η Άλβαινα  για  800 χρόνια βρίσκεται σκαρφαλωμένη  στη βορεινή πλαγιά του βουνού Μίνθη[Βουνούκα ή Βαυνούκα], σε μία από τις κορφές της οροσειράς Αλίβαινα. Το υψόμετρο κυμαίνεται από 760 μέχρι 900 μέτρα και τα σπίτια πάντοτε ήταν διάσπαρτα σε δύο συνεχόμενες πλαγιές τις αποκαλούμενες Ρούγες, την Πάνω και την Κάτω. Οι συνοικίες ήταν και είναι κοντά στις Βρύσες, την Πάνω βρύση, την Κάτω βρύση και την βρύση του Κόρμπι. Στα παλιά τα χρόνια οι συνοικίες [μαχαλάδες], κατελάμβαναν μεγάλη έκταση από  τις τοποθεσίες Μεσοβούνι και Λεύκος μέχρι το Κουτελάκι και τον Σταυρό και από το Μακρίσιωμα μέχρι τα Φυτέματα. Αυτό μαρτυρούν τα θεμέλια και τα κεραμίδια[όστρακα]  διάσπαρτα μέσα στα χωράφια και τους κήπους. Το παλιό όνομα του χωριού είναι παράγωγο του ποταμωνυμίου Αλίβας[ποταμός των νεκρών] και η ιστορία του χάνεται στον Μεσαίωνα, κάπου κοντά στη Φράγκικη κατάκτηση. Οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής οι Καύκωνες ή Παροραιάτες  και οι απόγονοί τους, άφησαν ίχνη Ιερών και οικισμών κυρίως στο  Κάστρο της Άλβαινας στην περιοχή του Αρακλόβου[Στράβων ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ Η c346 par.18]. Τα ίχνη αυτά τα έχουν επισημάνει ο Καθηγητής Δ.ΓΕΩΡΓΑΚΑΣ και ο Αρχαιολόγος Ν.ΓΙΑΛΟΥΡΗΣ. Με επιμελέστερη παρατήρηση και σήμερα ακόμη μπορεί να διακρίνει κανείς τα αρχαιοελληνικά ίχνη μέσα από τα ερείπια. Οι πέτρες και τα χαλάσματα μπορούν να μας μιλήσουν και να μας ειπούν πολλά, αλλά πού να υπάρξει ενδιαφέρον από τους αρμοδίους; Σήμερα ο επισκέπτης εύκολα διακρίνει την Καστρόπορτα, τις Κιστέρνες[ομβριοδεξαμενές], τους γκρεμισμένους Πύργους[ντάπιες στην τοπική ομιλία],τα απομεινάρια της οχύρωσης, κελιά και ερείπια κτισμάτων πάρα πολλά. Κάτω από αυτά τα κουφάρια διάσπαρτα όστρακα και ότι άλλο μπορεί κανείς να υποθέσει ότι υπάρχει από την αρχαία εποχή μέχρι και τους χρόνους της απελευθέρωσης, που το ρημαγμένο κάστρο ήταν ένα από τα λημέρια και τόπος προστασίας των αμάχων σε περιόδους κρίσεων. Αυτά τα ίχνη θα αποτελέσουν άλλο κεφάλαιο που θα αναφέρεται αποκλειστικά στο Κάστρο. Η Ρωμαϊκή κατάκτηση δεν νόθευσε το Ελληνικό στοιχείο του τόπου και εξ άλλου, τι  να κάνουν οι κατακτητές σε αυτόν τον ορεινό και άγονο τόπο; Ίχνη Ρωμαϊκά, δεν φαίνεται να υπάρχουν εδώ. Βοσκοί, γεωργοί και κυνηγοί απετέλεσαν  το ανθρώπινο  δυναμικό του Αρακλόβου ή Ηρακλείου όπως θέλουν οι περισσότεροι σήμερα να αποκαλούν το Παλιοχώρι, δηλαδή τα ερείπια περιμετρικά του Κάστρου. Το Αράκλοβο κατά τον τύπο του ονόματος ¨Αρακλ¨ που σημαίνει Ηρακλής[άτομο εκτάκτου ρώμης] είναι το πρώτο συνθετικό της λέξης, συνοδευόμενης από την κατάληξη[οβο] με άγνωστη σημασία, ενώ κάποιοι την θεωρούν Σλάβικης αρχής. Το  ¨Αρακλ¨ πάντως αρμόζει στο όνομα του ήρωα της μυθολογίας, δεδομένου ότι σε αυτόν τον τόπο αναφέρεται το Ιερό του Μακιστίου ΗΡΑΚΛΗ[Βλ.Στράβων ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ Η c348,παρ.21].Τον 6ο μ.Χ. αιώνα οι βυζαντινοί της εποχής του Ιουστινιανού, επισημαίνουν την φυσική οχυρά θέση και κτίζουν εκεί στο βράχο του Αρακλόβου το κάστρο που αποκαλείτο ΣΚΟΡΤΑ, σύμφωνα με το ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ MΟΡΕΩΣ. Έτσι η Σλάβικη εισβολή και επέλαση αποκρούσθηκε και στην περιοχή    ουδόλως ευδοκίμησαν  οι Σλάβικοι εποικισμοί, όπως σε άλλες περιοχές, αφού οι εισβολείς αποκρούονταν από τους υπερασπιστές του Κάστρου. Ελάχιστα τοπωνύμια και λέξεις γύρω από την ποιμενική και αγροτική ζωή φθάνουν μέχρι τις μέρες μας και επιβεβαιώνουν  όσα ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΧΟΠΦ γράφει στο βιβλίο του «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι», Τυπογραφείο Tempo-Βενετία 1872, αντικρούοντας τις θεωρίες του ΦΑΛΜΕΡΑΥΕΡ. Ο Βερνάρδος Schmidt, στο Βιβλίο του «Das volsleben der Neugrechen und  das hellenishe Alterthum»-Λειψία 1871, αποδεικνύει την γνήσια καταγωγή των Ελλήνων, εξετάζοντας τα έθιμα, την πίστη, την δεισιδαιμονία και την μυθολογία την Ελληνική και μελετώντας τον βίο, παντού βρίσκει ίχνη και λείψανα της αρχαιότητας. Μάλιστα συμπεραίνει ότι ουδέποτε διακόπηκε η εθνική παράδοση μέχρι σήμερα. Τα παραπάνω τα επιβεβαιώνουν για την  Άλβαινα οι τοπικοί μύθοι, τα έθιμα, οι δοξασίες, τα τοπωνύμια, οι ντοπιολαλιές και τα πιστεύω των παλαιοτέρων γενεών για τις δεισιδαιμονίες, τα τέρατα, τους δράκους και τις νεράϊδες. Πολλοί ιδιωματισμοί και ντοπιολαλιές αντλούν την ετυμολογική τους ρίζα από την αρχαία Ελληνική, τις λατινογενείς γλώσσες και την Τούρκικη, αλλά όχι τα Σλάβικα. Δύο μόνο τοπωνυμικές λέξεις [Αράχωβα και Μπράτιμου Λίμνα] μπορούν να θεωρηθούν ως Σλάβικη η πρώτη και παλαιοβουλγάρικη η δεύτερη. Για την εισβολή και εγκατάσταση των Σλάβων στην Ελλάδα και κυρίως στην Πελοπόννησο έχουν γίνει πολλές αναφορές και μερικοί μιλάνε για  την επί 218 χρόνια κατοχή[587 μέχρι 805 μ.Χ.]. Η πραγματικότητα είναι κατά πολύ διαφορετική και την περιγράφει με επιστημονική τεκμηρίωση η Άννα ΑΒΡΑΜΕΑ στο βιβλίο της « Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ από τον 4ο ως τον 8ο αιώνα»-Εκδ.ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ 2012, μετά από επισταμένες μελέτες, σε Σλάβικα ταφικά ευρήματα, την  νομισματική κίνηση εκείνης της εποχής, μαζί με νομισματικές μαρτυρίες  και την  νομισματολογία σε όλη την περιοχή της Πελοποννήσου. Όπως αποδεικνύεται η Βυζαντινή παρουσία δεν διακόπηκε παρά τους καταστροφικούς σεισμούς και την επιδημία της Πανώλης, του 6ου αιώνα, που αποδεκάτισαν τον πληθυσμό της περιοχής. Όσες λέξεις Σλάβικες ελληνοποιήθηκαν και ακούγονται στον συγκεκριμένο τόπο, είτε μπήκαν από το λεξιλόγιο της γειτονικής Αρκαδίας, είτε ήρθαν από τους Βλάχους βοσκούς που εισέβαλλαν  ειρηνικά σαν έποικοι. Σλάβικοι οικισμοί έχουν εντοπισθεί στην Αρχαία Ολυμπία, μετά από ανασκαφές του Ν.ΓΙΑΛΟΥΡΗ. Τα τελευταία χρόνια έχει επισημανθεί στην περιοχή της Ασέας Αρκαδίας, νεκροταφείο Σλάβων, αλλά τα ευρήματα δεν έχουν ακόμα αξιολογηθεί. Ο Περ.ΖΕΡΛΕΝΤΗΣ καταγράφει για τους Μηλιγγούς και Εζερίτες Σλάβους και τους πρώτους τους περιορίζει στην Δυτική Μάνη[Ζυγός ή Δρόγγος των Μηλιγγών],ενώ για τους Εζερίτες αναφέρει ότι τους κατατρόπωσε το 873 μ.Χ. ο ΣΤΑΥΡΑΚΙΟΣ, λογοθέτης του Οξέος δρόμου και τους εξώκισεν στις Ανατολικές πλαγιές του Ταυγέτου. Στην Ήλιδα, μετά τον λοιμό του 746-747 μ .Χ., εισήλθαν και κατοίκησαν Εζερίτες  Σλάβοι, αλλά αυτοί εκδηλώσαντες τάσεις αυτονόμησης, εξεδιώχθησαν στην περιοχή του Ωλένου, από τον Στρατηγό Λέοντα ΣΚΛΗΡΟ και κατοίκησαν στην περιοχή που και σήμερα αποκαλείται Νεζερά, στις βόρειες πλαγιές του Ερυμάνθου[βλεπ.Περ.ΖΕΡΛΕΝΤΗΣ, ΜΙΛΙΓΓΟΙ ΚΑΙ ΕΖΕΡΙΤΑΙ ΣΛΑΒΟΙ  ΕΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΩ -ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ 1922]. Αλβανικά  ή Αρβανίτικα τοπωνύμια δεν βρίσκουμε στην  περιοχή, οι δε τοποθεσίες Λούμπα και Γούβα είναι λάθος να αποδίδονται στην Αλβανική. Η Λούμπα προήλθε από το Ιταλικό LIMBO[σκάφη] και η Γούβα από το αρχαίο Γύπη[λάκκος].

Ένας Βυζαντινός τοπάρχης, ο ηρωϊκός Δοξαπατρής Βουτσαράς, υπερασπιστής του Κάστρου κατά την Φράγκικη κατάκτηση, μας  γίνεται γνωστός μέσα από το ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ, ο οποίος φαίνεται να συνθηκολόγησε με τους Φράγκους δυνάστες το 1217 μ.Χ. ΄Ενας άλλος φρούραρχος του Κάστρου ο Φιλόκαλος, Έλληνας όπως δείχνει το όνομα του, ήταν αυτός, που ένας πονηρός Φράγκος με το όνομα Γοδεφρίδος Ντεμπριγιέρ, του πήρε το Κάστρο με δόλιο  τρόπο και τον δολοφόνησε, προσποιηθείς τον άρρωστο. Η περιοχή του κάστρου και του χωριού, έμεινε στα φράγκικα  χέρια μέχρι το 1432 περίπου.

Οι παλαιότεροι οικισμοί της περιοχής που φαίνεται ότι υπήρχαν κατά την Φράγκικη κατάκτηση είναι το Αράκλοβο, το Χρυσούλι[Χρυσορέα ή Χρυσοβέα ή Σάρενα] και η Μούσγα[Μουσίγκα] η σημερινή Συλίμνα. Η  Μούσγα είναι Βυζαντινός οικισμός και η  λέξη είναι δάνεια από το Σλάβικο Μούσγκα, που σημαίνει την πηγή με λιγοστό νερό[βλ.Τοπωνύμια των Σουλιμοχωρίων]. Μετά την υπαγωγή του Κάστρου  απευθείας στα Φράγκικα  χέρια, στο τέλος του 13ου αιώνα, εμφανίζονται νέοι οικισμοί από κατοίκους που φεύγουν από το Αράκλοβο. Τότε κατοικείται η Άλβαινα, η περιοχή της Γκαρτζενίτσας και η περιοχή Δεκαλύτρια. Σε αυτούς τους οικισμούς με τον καιρό φθάνουν απόγονοι μικτών γάμων, Ελληνίδων και Φράγκων[οι γασμούλοι] και επαυξάνουν τον πληθυσμό. Αυτό μας δείχνουν τα τοπωνύμια, Κόνταινα, Μπαρούνη Αλώνη, Γεωργαντά η Λάκκα, Ξυστρή η Λάκκα και πολλά άλλα.

Η  Πελοπόννησος δεν κατακτήθηκε δια μιας από τους Τούρκους. Πολλά χωριά των ορεινών περιοχών προέβαλλαν σθεναρή αντίσταση, συμμαχώντας και με τους Ενετούς. Το αυτό συνέβηκε με την Άλβαινα, το Αράκλοβο και  τους άλλους οικισμούς και φαίνεται από τα ερείπια, ότι παρεδόθησαν  στις φλόγες από τους κατακτητές, κυρίως μετά την κατάληψη του Κάστρου το 1467, οπότε και αυτό καταστράφηκε από εμπρησμό και κατακρίμνηση των οχυρώσεων. Στην εποχή αυτή αναφέρεται η ιστορία για την απόκρυψη της καμπάνας του Αγίου Δημητρίου που  οι προγονοί μας την αναζήτησαν σε διάφορες τοποθεσίες της Άλβαινας, χωρίς να την βρουν . Στους αγώνες αυτούς πρωταγωνίστησαν δύο ήρωες τοπικοί, ο Γιάννης  ΑΓΡΙΟΣ ή ΓΕΡΑΚΟΣ από την Άλβαινα και ο Μήτρος ΑΛΒΑΙΝΙΩΤΗΣ που είχε καταγωγή από το ίδιο χωριό, όπως και το επώνυμό του φανερώνει. Η Ιστορία και κυρίως η τοπική παράδοση διέσωσαν την δράση τους και πολλά  τραγούδια τοπικά, αναφέρονται σε αυτούς.

Όλα τα  παραπάνω βεβαιώνουν  την ύπαρξη του χωριού πριν την κατάκτηση της Πελοποννήσου. Παρά το σκοτάδι που απλώθηκε στον τόπο για  τέσσερεις αιώνες πολλές οικογένειες της εποχής εκείνης επέζησαν και εδρεώθηκαν στο τόπο, στο Κλεφτοχώρι Άλβαινα και στους κοντινούς οικισμούς. Τα οικογενειακά επώνυμα ΑΓΡΙΟΣ, ΣΕΣΕΡΗΣ, ΚΛΩΝΑΡΗΣ[ΚΑΤΩΜΕΡΙΣΙΟΣ ή ΤΣΙΛΙΒΗΣ], ΑΡΤΟΥΜΑΣ, ΒΟΡΒΥΛΑΣ, ΜΑΜΑΣ, ΚΟΥΣΚΟΥΛΗΣ, ΣΑΜΠΡΗΣ, ΔΡΑΚΟΣ, ΛΑΓΟΣ, ΚΑΛΙΦΥΔΑΣ,ΚΡΙΤΣΕΛΗΣ, ΜΠΟΥΡΝΕΛΗΣ, ΜΗΝΑΚΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΧΩΛΙΑΝΝΗΣ, είτε υπάρχουν σήμερα, είτε αναφέρονται από την παράδοση, είναι αυτά  που γνωρίζουμε από τους προγόνους μας, που τα διέσωσαν  και μας τα μετέφεραν. Κατά την Α΄περίοδο της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι υπέφεραν πάρα πολλά. Οι εκκλησίες παραδόθηκαν στην φωτιά, που τα ίχνη της φαίνονται και σήμερα πάνω στα όστρακα κυρίως. Τα περισσότερα σπίτια είχαν την ίδια τύχη και οι κάτοικοι εκρύπτοντο σαν τα αγρίμια στα φαράγγια του Μυζίλα, της Κλωνοβής και στα λημέρια του Κάστρου, του Σκούλαρη και του Ζυγού. Η τοπική παράδοση διέσωσε μεμονωμένα περιστατικά και ηρωϊκές πράξεις και μάχες μεταξύ των προγόνων μας και των Τούρκων. Φονική μάχη στου Φτέρη την Ράχη[απαγωγή και αποκεφαλισμός της Ελένης ΚΛΩΝΑΡΗ], άλλη μάχη στο Καλονέρι[Των Τσορμπατζίδων] και η  περισσότερο φονική στην θέση Κακαλέτρι στο Φραγκόκαμπο[Η μάχη της δεκάτης των σιτηρών]. ‘Ολα αυτά τοποθετούνται στα μέσα του 17ου αιώνα, πριν το 1685. Μέχρι τις ημέρες μας έφθασαν τα ονόματα των ηρώων (ΞΥΔΗ, ΚΛΕΝΤΡΟΥ ΚΑΙ ΚΛΩΝΑΡΗ ή ΚΑΤΩΜΕΡΙΣΙΟΥ, του Θανασάρα αποκολουμένου).Κατά την περίοδο της Β΄Τουρκοκρατίας 1715 μέχρι το 1816 που το χωριό και η περιοχή του εξαγοράσθηκαν από τους  κατακτητές, κυριαρχεί η  καταστροφή του Χωριού στα 1770 από Τουρκαλβανούς με πολλά  αθώα θύματα. Στη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας το χωριό προσέφερε πολλά, με τους 160 περίπου αγωνιστές που έλαβαν ενεργό μέρος  και η δράση τους έχει ιστορηθεί.

Μετά την απελευθέρωση  πολλοί κάτοικοι του χωριού εποίκισαν την Ζαχάρω, τον Κακόβατο, τους Σχίνους και το Ξηροχώρι  και πολλοί σπουδαίοι επιστήμονες, πολιτικοί και στελέχη, διέπρεψαν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.

Στο χωριό σήμερα έχουν απομείνει πολύ λίγα άτομα. Ο τόπος μας φαίνεται ότι θα ερημώσει. Ας μείνουν η ιστορία του, οι παραδόσεις του, τα λαογραφικά του στοιχεία και όποιος πατριώτης μπορεί να διασώσει κάτι, ας το κάνει, για να μείνει στις επόμενες γενιές σαν γνώση και σαν φόρος τιμής στους προγόνους μας….                                                                                                                                             

 

         TA AΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΣΤΗΝ  ΕΠΟΧΗ ΜAΣ

 

Τα αρχαιοελληνικά βαπτιστικά ονόματα, σήμερα μαζί με  τα χριστιανικά, τα Εβραϊκά και διάφορα άλλα[δένδρων, μετάλλων], κοσμούν  το σύγχρονο ονοματολόγιο. Μόνο του, το μικρό μας όνομα, δεν σηματοδοτεί την εθνική μας καταγωγή. Αντίθετα τα επώνυμα και όχι όλα, φανερώνουν την καταγωγή μας ανά τους αιώνες και μάλιστα αν αναζητήσουμε την ετυμολογική τους προέλευση. Μεγάλη βοήθεια στην αξιολόγηση του επωνύμου μπορεί κανείς να βρει στην διεύθυνση:greek istnames blog spot.

Προσωπικά έχω πεισθεί ότι, τα αρχαιοελληνικά βαπτιστικά, τα οποία στον τόπο καταγωγής κυριαρχούν, αποτελούν  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ. Ανατρέχοντας  σε καταλόγους του καιρού της Επανάστασης του 1821 και μέχρι το 1860, μόνο το όνομα Διονύσιος συναντάμε και αυτό προήλθε χάρη της γειτονικής Ζακύνθου και του Αγίου της. Το φαινόμενο αυτό το αναλύει επαρκώς ένας Πελοποννήσιος μεγάλος πνευματικός άνδρας, συγγραφέας, λαογράφος, φιλόλογος, Σχολάρχης και Ιερέας, ο Παν.ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ.

Στο βιβλίο του με τίτλο «ΠΕΡΙΣΥΝΑΓΩΓΗ  ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΥΛΗΣ και ΕΘΙΜΩΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ»  Έκδοση 1887,σελίδα 169-170,Παρ.11,ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ,  αναγράφει[[Τα παρά τοις νεωτέροις  έλλησιν ονόματα ανδρών τε και γυναικών λαμβάνονται το πλείστον από ονομάτων αγίων της εκκλησίας, ελληνικήν αρχήν ως επί το πλείστον εχόντων, οίον Νικόλας, Δημήτρης, Παναγιώτης, Γιώργης κλπ. Ολίγα δε από Εβραϊκής δια την θρησκείαν, οίον Συμεών, Μιχάλης, Γιάννης, Αλισαβέτη κλπ. Άλλα από ονομάτων ελληνικών  αφηρημένων και επιθέτων, οίον Αρέτω, Μπίστη[πίστις], Αγάθη, Καλή, Δροσερή κλπ. Τινά από μετάλλων ή πολυτίμων λίθων, οίον Ασημάκης, Ασήμω, Αργύρης, Αργυρή, Χρύσω, Σμαράγδω, Ρουμπίνα, Ζαφείρω και τινά από δένδρων, ανθέων και πόλεων, οίον Μηλιά, Λεϊμονιά, Γαρούφω, Βιολέτα, Βενέτα, Αλεξάντρα.

Ου προ πολλού  δε λαμβάνονται και αρχαία ελληνικά ονόματα, ενώ προ του 1821 ασεβές εθεωρείτο να φέρει τις όνομα αρχαίου έλληνος και ως εκ τούτου σπανιώτατα απαντά επί τουρκοκρατίας τοιούτον……………………….]]

Από παράδοση γνωρίζουμε  ότι Επίσκοποι και Μητροπολίτες απαγόρευαν την  βάπτιση με ονόματα αρχαιοελληνικά, δεν επικύρωναν τις πράξεις βάπτισης και απέβαλλαν τους ιερείς που  ευλογούσαν, από την τάξη της Ιεροσύνης.

ΜΕΓΑΛΗ Η ΧΑΡΗ ΣΑΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ, με αυτές τις ενέργειες σας, τους κανόνες, τους αφορισμούς και άλλα πολλά κρίματα σας στο όνομα της πίστης…..

 

 

                                ΤΑ   ΑΡΙΟΔΑΣΗ  ΤΗΣ ΜΙΝΘΗΣ

Αριές, αποκαλούνται  διάφορες τοποθεσίες της Μίνθης αποκλειστικά κατάφυτες με αειθαλή, ψηλά αιωνόβια δέντρα του είδους Quercus ilex[Δρυς η αρία- λόγια ονομασία] ή κοινώς η αριά η βαλανιδοφόρος. Είναι η σμήλαξ του  Θεόφραστου. Τα δάση με αριές, είναι κατάλοιπα παλαιών χρόνων και όπου υπάρχουν αποτελούν Μνημεία της Φύσης. Στον δικό μας τόπο, αυτά τα Φυτωνύμια τα βρίσκουμε στις  Βορεινές πλαγιές της Βουνούκας, στου Κουφτηρράχη, στο Κάστρο, στη Βαθυαλάκκα, στης Έλενας  τη Χούνη, στο Ξερολάγκαδο, στις Χουνίτσες, στο Μισοβούνι, στη χαράδρα του Μυζίλλα, στα Φυλοστάσια, στην Κόπρενα, στου Μαγκαναστάση και σε πολλές άλλες τοποθεσίες.

Ο Δρ.ΚΩΝΣΤ.Ν.ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ καθηγητής φιλολογίας, σε εργασία του με τίτλο[ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ]-1948 ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ,σελιδ.184 αναγράφει[[Αριές ή και Αρές, δια την αυτόθι εν αφθονία ύπαρξιν αρίας δρυός[SMILAX ή Ilex] της υπό του Θεοφράστου μνημονευμένης]],οι Αρκάδες την αποκαλούσαν φελλόδρυν, μερικοί την θεωρούσαν θήλυν πρίνον και οι Δωριείς την αποκαλούσαν  αρίαν. Η τοπωνυμία είναι συχνή σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και κυρίως στην Πελοπόννησο. Υπάρχει οικισμός  Αρία [Μάζι] στην Αργολίδα και Αριά στην Άρτα και  στην Τριφυλία, που σήμερα ακούγεται Βαρυμπόπη ή Μοναστήρι, Αριοχώρι[Βραχάταγα] υπάρχει πλησίον της Καλαμάτας και Άρια ή Άρεια στο Ναύπλιο. Οι οικισμοί, όπως και τα τοπωνύμια πήραν την ονομασία από το φυτό δρυς η αρία, που σήμερα  τα δάση αυτά σπανίζουν.

Οι αριές ανήκουν στην κατηγορία των δέντρων που κάλυπταν τον Ελληνικό χώρο πριν  την εγκατάσταση του ανθρώπου. Αποτέλεσαν την πρωτογενή χλωρίδα και σήμερα σε πολύ λίγους τόπους συναντούμε τα αριοδάση. Οι αιτίες εξαφάνισης των δασών αυτών είναι πάρα πολλές, από την ξύλευση μέχρι την ολική καταστροφή από πυρκαγιές. Μία σελίδα στο διαδίκτυο, με τίτλο το δάσος με τις αριές στο Νότιο Πάρνωνα[WWW monemyasia gr] αναγράφονται επιγραμματικά τα ακόλουθα[[Μικρός θύλακας του δασοσκέπαστου Μαλέα, απομεινάρι ενός μακρινού παρελθόντος, διασώζεται  στο Φαράγγι του πίσω Αγιώργη στη Βαβίλα το δάσος με τις αριές…………κλπ.]]. Οι καταστροφές των δασών αυτών από φωτιές είναι ανεπανόρθωτες και το είδος  εξαφανίζεται. Παραστατικά η ίδια σελίδα καταγράφει  ότι στα καταστραμμένα τοπία[[κυριαρχούν φρυγανότοποι και οι μεσογειακοί θαμνώνες[ θάμνοι μέχρι 3 μέτρα από σχίνο, πουρνάρι, κουμαριά, ερεικίδες, όπου δεν υπάρχουν αριές έχουν πολύ μικρό ύψος σε σχέση με τα δέντρα της πρωτογενούς βλάστησης.

Την σημασία των δασών από αριές την έχουν επισημάνει πολλοί άλλοι, αλλά καλό είναι να επιμείνει κανείς στο γεγονός ότι είναι μνημεία της φύσης και κατάλοιπα των παλαιών εποχών. Έτσι τα αριοδάση της Μίνθης, όσα έχουν απομείνει θα πρέπει να τύχουν ειδικής προστασίας και φύλαξης. Εκεί τα τοπωνύμια ακολουθούνται από την λέξη αριές, όπου βέβαια υπάρχουν σε αφθονία, τέτοια δέντρα. Υπάρχει τοπωνύμιο Αριοπούλες  επάνω σε γυμνό καταρράχι, όπου σήμερα όσοι το γνωρίζουν διερωτώνται πώς δόθηκε αυτή η ονομασία. Το θέμα [ Αριοπούλες], μέσα από την τοπική παράδοση μας ταξιδεύει σε μύθους και δοξασίες και θα αναπτυχθεί σε ξεχωριστή έρευνα και αναφορά.

 

                                   ΤΟ ΑΓΛΑΤΖΙΝΟΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΝΟΥΚΑΣ[Μίνθης]

Αγλατζινιές: Είναι  τοπωνύμιο[φυτωνύμιο] στην Βοριοανατολική και κυρίως στην Ανατολική  πλαγιά της Βουνούκας[Μίνθης], με πολλά ομώνυμα δέντρα σε πλήρη ανάπτυξη αλλά  και θάμνους, σε μεγάλη έκταση. Αρχίζει από το φαράγγι του Μυζίλλα και φθάνει μέχρι την κορυφή του βουνού. Δεν πρόκειται για δάσος πρωτογενές, αλλά εμφανίσθηκε μετά από πυρκαγιές κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα και της Τουρκοκρατίας.Oι περιοχές[Ρόγκια] και [Κάψαλο] αυτές τις φυσικές καταστροφές μαρτυρούν για την Επαρχία μας. Δέντρα και θάμνοι αγλατζινιάς, υπάρχουν διάσπαρτα μέσα στα δάση από πρίνους και πεύκα, καθώς και σε παραποτάμιες περιοχές της Νέδας, του Αρκαδικού Παμίσου, του Τρίτωνα και άλλων ρευμάτων της Μίνθης και του Λυκαίου. Στα  Λεξικά  δεν καταγράφεται η λέξη αυτή, ούτε και η άλλη συνηθισμένη ονομασία του, Λιοπρίνι[το]. Στη ΒΙΚΙΠΑΙΔ. συναντάμε το Λιοπρίνι με την ονομασία Phillyrea Latifolia ή Φυλίκη. Το Λεξικό ΠΑΠΥΡΟΣ, καταγράφει το φυτό Φυλία ή Φυλλία, αντλώντας στοιχεία από αρχαίους  συγγραφείς [η Φυλία εστιν είδος αγριελέας ή είδος δένδρου όμοιον πρίνου],γνωστό στην Μυκηναϊκή εποχή. Η αγλατζινιά είναι θάμνος αλλά και δέντρο μεγάλο, αειθαλές, με φύλλα παρόμοια με της αγριλιάς, της οικογένειας ελαιίδες. Την ονομασία αυτή την ακούμε σχεδόν σε ολόκληρη την Πελοπόννησο παράλληλα με την ταυτόσημη της Λιοπρίνι. Mε πολλές  άλλες ονομασίες αναφέρουν  το δέντρο αυτό όπως: Γλαντζινιά, αγλαβιτζιά, φελλύκι  φιλλύκι, φιλλυρέα, φιλυρέα, θιλύκι και φίλλυκος. Στην Αρκαδία υπάρχει το Χωριό Γλανιτσιά σημερινή Αμυγδαλιά, που την  παλιά ονομασία πολλοί την θεώρησαν ξενόφερτη και μάλιστα Σλάβικη και σημαίνει μονοπάτι σε βουνό, ενώ οι ντόπιοι θεωρούν τη λέξη ως φυτωνυμική από την Γλατσινιά. Σαφής ετυμολόγηση της λέξης  δεν  γίνεται πουθενά και από κανέναν. Η ετυμ.ρίζα χάνεται στο μεσαίωνα.

Προσωπικά πιστεύω ότι η λέξη αγλατζινιά προήλθε με  πολλούς αναγραμματισμούς, από τη λέξη αγριαελήτσα [αγλανίτσα,αγλανίτζα],με τροπή του [ρ] σε [λ] και του [τσ] σε [τζ]. Ο Π.ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ιερέας και Σχολάρχης, στο βιβλίο του[[ ΠΕΡΙΣΥΝΑΓΩΓΉ  ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΥΛΗΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΩΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ-1887]], το δέντρο, το ονομάζει  Γλαντσινιά ή  άγρια ελαία. Η άποψη της Σλάβικης, Aλβανικής ή Αρβανίτικης προέλευσης, που κάποιοι προτείνουν, δεν φαίνεται πιθανή αφού στα Σλάβικα, σημαίνει μονοπάτι, στις δε άλλες δύο η Αγλατζινιά καταγράφεται: Μερέτι[βλ.Λεξ. Άνω Δωρίου Μεσ/νίας]. Σαφώς η φιλύκη διαφέρει από την αγριλιά, αλλά λόγο ομοιότητας  o λαός μας  έχει ταυτίσει τα δύο δέντρα ή  κατά τόπους τα θεωρεί ομοειδή.

 

                                                       ΤΑ ΤΖΟΥΡΟΥΜΙΑ

Tα  Τζουρούμια βρίσκονται Βοριανατολικά του κάστρου της  Άλβαινας και δεν αποτελούν τοπωνύμια, αλλά  είναι  ονομασία δύο απότομων βράχων επάλληλων ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Τα πετρώματα αυτά  στην επιστημονική τους ονομασία αποκαλούνται καρστικά. Οι βράχοι βρίσκονται ο ένας απέναντι από τον άλλο, από την πλευρά του καστρόβουνου και του πρόβουνου της Γδυμνόραχης. Ανάλογα  με την πλευρά που βρίσκεται ο παρατηρητής, ακούγονται το πέρα και το δώθε  τζουρούμι ή το πάνω, αυτό του καστρόβουνου και το κάτω της Γδυμνόραχης.

Τα Λεξικά που  έχουμε υπόψη μας δεν καταγράφουν την λέξη  Τζουρούμια [τα] ή Τζουρούμι [το].Ζητήθηκε η γνώμη πολλών Φιλολόγων και ειδικών Γλωσσολόγων, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Η προσωπική έρευνα συνεχίσθηκε για πολλά χρόνια και πολλές υποθέσεις πέρασαν από την σκέψη μου. Απλά  θα αναφερθώ ότι  θεώρησα την λέξη  σαν δάνεια από άλλες  Γλώσσες ή σαν τοπικό ιδίωμα ή σαν ντοπιολαλιά με άγνωστη ετυμολογία. Αυτά όλα όμως δεν κρίθηκαν ικανοποιητικά και άρχισα να ερευνώ διάφορα κείμενα και μελέτες. Μετά   από  αρκετό καιρό και κόπο κάνοντας αναζητήσεις στο διαδίκτυο στάθηκα τυχερός και βρήκα την λέξη   στην ιστοσελίδα  archive.apan gr,στο θέμα με τίτλο [[Άνθρωποι της θάλασσας]] σχετικά με τους παλαιούς ψαράδες της Προποντίδας. Εκεί γίνεται λόγος για το στενό θαλάσσιο ρεύμα της περιοχής, όπου τα ψάρια κατά το φθινόπωρο κατευθύνονται κοπαδιαστά για το Αιγαίο. Στα  Στενά στρυμώχνονται, κτυπούν το ένα με το άλλο και όλα μαζί γδέρνοντα πάνω στα βράχια των Στενών παρασυρόμενα από την ορμή του ρεύματας.[Πηγμένη η θάλασσα κατακόκκινη και ματωμένη από τα σπάραχνα], [βουτούσαν πάνωθεν τα θαλασσοπούλια και γίνονταν τα λεγόμενα τζουρούμια.]. Η περιγραφή είναι ελάχιστα κατανοητή και πώς να συνταιριάξει κανείς το φαινόμενο αυτό των  Στενών του Βοσπόρου με το στενό των βράχων στα δικά μας Τζουρούμια, εκτός και αν υποθέσουμε ότι τα τζουρούμια είναι τα στενά περάσματα μέσα από βράχους. Το πράγμα πάει να δέσει αφού στο φαράγγι αυτό τον χειμώνα ορμητικά κατεβαίνουν τα νερά όλα, της υδροκριτικής γραμμής της λεκάνης με την ονομασία[[Λεκάνι] [το]]] και ενισχύουν το ρεύμα του Αχέροντα το οποίο κατεβαίνει από την περιοχή  των Βουνών στο Γκαρτζενιτσιώτικο ποτάμι. Πάνω στις  μεγάλες πέτρες της κοίτης, μικρά και μεγάλα ζώα [γιδοπρόβατα και μοσχάρια ]γκρεμίζονταν και τα κουφάρια τους τα έτρωγαν γυπαετοί, κοράκια και άλλα σαρκοβόρα πτηνά, που ορμητικά πετούσαν από τις κορφές των βράχων, εφορμώντας κάθετα και κρώζοντας. Αυτό το φαινόμενο της νεροκατεβασιάς στα παλιά χρόνια  που οι βροχές ήταν περισσότερες , ήταν συνηθισμένο  και κάθε  χειμώνα παράσερνε  ξύλα,  πέτρες, ζώα ζωντανά και νεκρά, που καράβωναν στο γεμάτο μεγάλες πέτρες στενό πέρασμα.

Στον τόπο αυτό, ακόμα και σήμερα  ακούγονται  οι ρηματικοί τύποι, τσουράω, τσουρίζω και το στουρουλιάζομαι, με την σημασία του κατρακυλώ   ή συνήθως γκρεμοτσακίζομαι. Παράλληλα ακούγεται η λέξη, τσουρούλι [το] κομμάτι , και ο επιρρηματικός τύπος, έγινε  τσουρούλια [κομμάτια]. Φαίνεται ότι  το τζουρούμι[ια] έχει κοινή ρίζα με τους άλλους τύπους του τσουράω κ.λπ. και αυτή θα  ήταν,[τζουρ.] ‘η [τσουρ]. Αυτό που είναι βέβαιο,οι τύποι  αυτοί των λέξεων είναι κοινοί στον Ελλαδικό χώρο και στις Χώρες γύρο από την Μαύρη θάλασσα. Ενα τραγούδι από την συλλογή του Bela  Bartok,το οποίο έχει διασώσει ο πατριώτης Σταμάτης Αθανάσουλας, με καταγωγή το χωριό Κακόβατος της Ζαχάρως, έχει τραγουδηθεί και αναφέρεται με τον τίτλο Η ΣΤΑΚΑ[Σύρω να πω στη γιούπα μου χρουπάδι να μου σιάξει, να τσαναβγώ στη ρεματιά, τη στάκα να τσουρίξω]. Αυτό το τραγούδι μέχρι τις αρχές του 20 αιώνα το τραγούδαγαν και το χόρευαν στην περιοχή της Ζαχάρως και κυρίως στον Κακόβατο. Το τραγούδι και ο χορός λεγόταν [ΤΣΙΛΙΡΙΝΤΑΝ], στην δε Μίνθη ακούγονταν με το όνομα ΤΣΙΛΙΡΝΤΑΚΙΑ. Το θέμα αυτό και  οι μαρτυρίες ότι στην περιοχή μας είχαν εγκατασταθεί Τρανσυλβανοί από την Μολδαβία, αποτελεί ξεχωριστή έρευνα. Κύριος σκοπός  είναι να εξακριβωθούν οι λόγοι για τους οποίους  αυτό το τραγούδι είναι κοινό στον τόπο τον δικό μας και στην Ρουμανία.

 

Η ΒΟΥΝΟΥΚΑ (ΜΙΝΘΗ) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

1. ΜΙΝΘΗ: βουνό θεών, ημίθεων και ηρώων, που έχει κορφή του τη χιλιοτραγουδισμένη Βουνούκα με υψόμετρο 1221 μέτρα. Κατά τον Στράβωνα, στο έργο του «Γεωγραφικά», βιβλίο 8, κεφ.14 ¨πρὸς ἕω δ’ ἐστὶν ὄρος τοῦ Πύλου πλησίον ἐπώνυμον Μίνθης, ἣν μυθεύουσι παλλακὴν τοῦ ᾍδου γενομένην πατηθεῖσαν ὑπὸ τῆς κόρης εἰς τὴν κηπαίαν μίνθην μεταβαλεῖν, ἥν τινες ἡδύοσμον καλοῦσι. καὶ δὴ καὶ τέμενός ἐστιν ᾍδου πρὸς τῷ ὄρει τιμώμενον καὶ ὑπὸ Μακιστίων, καὶ Δήμητρος ἄλσος ὑπερκείμενον τοῦ Πυλιακοῦ πεδίου¨.
Κεφ.15: Πρὸς ἄρκτον δ’ ὅμορα ᾖν τῷ Πύλῳ δύο πολείδια Τριφυλιακὰ Ὕπανα καὶ Τυμπανέαι, ὧν τὸ μὲν εἰς Ἦλιν συνῳκίσθη τὸ δ’ ἔμεινε. καὶ ποταμοὶ δὲ δύο ἐγγὺς ρέουσιν ὅ τε Δαλίων καὶ ὁ Ἀχέρων, ἐμβάλλοντες εἰς τὸν Ἀλφειόν. ὁ δὲ Ἀχέρων κατὰ τὴν πρὸς τὸν ᾍδην οἰκειότητα ὠνόμασται˙ ἐκτετίμηται γὰρ δὴ σφόδρα τά τε τῆς Δήμητρος καὶ τῆς κόρης τα ἱερὰ ἐνταῦθα καὶ τὰ τοῦ ᾍδου, τάχα διὰ τὰς ὑπεναντιότητας, ὥς φησιν ὁ Σκήψιος Δημήτριος. καὶ γὰρ εὔκαρπός ἐστί και ἐρυσίβην γεννᾷ καὶ θρύον ἡΤριφυλία. διόπερ ἀντὶ μεγάλης φορᾶς πυκνὰς ἀφορίας γίνεσθαι συμβαίνει κατὰ τοὺς τόπους¨.

                                     H  AΛΒΑΙΝΑ [ο τόπος που γεννηθήκαμε]

Ένα ορεινό χωριό με πλούσια ιστορία, παραδόσεις, ομορφιές και λίγους κατοίκους. Κάποτε ο τόπος  ήταν γεμάτος ζωή, οι κάτοικοι απαριθμούσαν  κάμποσες εκατοντάδες, η γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή αποτελούσαν μέσα επιβίωσης και προόδου των νέων. Δουλειά κοπιαστική, φτώχεια αλλά και πείσμα για προκοπή.

Τα διάφορα Λεξικά, οι Εγκυκλοπαίδειες και η ιστορικές αναφορές, μας δίνουν κάποια στοιχεία για την πορεία του χωριού. Υπάρχουν αρχεία που καταγράφουν τον πληθυσμό στις απογραφές, άλλα που αναφέρουν τους ψηφοφόρους σε Εκλογές και τέλος μας παρουσιάζουν  καταλόγους με τους ήρωες που αναδείχτηκαν στους Εθνικούς Αγώνες. Εκατόν εξήντα Αλβαιναίοι ήσαν ένοπλοι και μετείχαν στον αγώνα ανεξαρτησίας του 1821, όπως  μας λέει τοπικό δημοτικό τραγούδι[ πούχει Αγά ογδόντα στάρματα κι ογδόντα στα λημέρια]. Εκατόν είκοσι[120] έλαβαν μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και  εβδομήντα οκτώ[78] στον πόλεμο του 1940. Άγνωστος παραμένει ο αριθμός εκείνων που αντιστάθηκαν στους Φράγκους κατακτητές και αναφέρονται γενικά ως Σκορτινοί. Ακόμη στους Τούρκους αντιστάθηκαν οι χωριανοί μας σε όλη την διάρκεια της σκλαβιάς, αλλά και κατά την  Γερμανική κατοχή.

Οι κάτοικοι του χωριού και των συνοικισμών του, λίγο πριν τον οριστικό εποικισμό της Ζαχάρως σε απογραφή του 1844 έφθαναν τους 901. Από τότε και έπειτα μειώνονται 403 τo 1861 και σιγά-σιγά αυξάνονται μέχρι το 1928 σε 821. Τελικά αυτό ήταν το τελευταίο ορόσημο άνθισης και επακολούθησε η συνεχής μείωση. Στα παιδικά μου χρόνια το σχολείο ήταν διθέσιο και την 10τία του 1970 έκλεισε οριστικά.

Η  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Π.ΔΡΑΝΔΑΚΗ στις πρώτες Εκδόσεις της και όταν ακόμη το χωριό δεν είχε μετονομασθεί σε Μίνθη, αναγράφει:[[ Άλβαινα, Χωρίον αποτελούν κοινότητα της Επαρχίας Ολυμπίας του  νομού Μεσσηνίας. Κάτοικοι 803. Κλίμα εξαίρετον παραγωγή οπωρικών μεγάλη]]. Το θέμα του κλίματος και η παραγωγή οπωρικών θα αποτελέσει στο μέλλον άλλη λεπτομερή αναφορά. Με το όνομα Άλβαινα, εκτός από το χωριό, εμείς οι καταγόμενοι από εδώ εννοούμαι και το βουνό Μίνθη, την αποκαλουμένη και Βουνούκα[υψο.1222 μ.] με τα γύρω της πρόβουνα. ΄Ετσι καταγράφει το βουνό ή Εγκυκλοπαίδεια Π.ΔΡΑΝΔΑΚΗ στην ένδειξη Μίνθη.Τόμος ΙΖ σελ.234. Ακόμη το ίδιο βουνό το αποκαλεί [‘Αλβαινα] ο Στέφανος Δραγούμης στα ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΑ  ΤΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ σελ.39-ΕΚΔΟΣΗ. Ελεύθερη Σκέψις 1994 και σε υποσημείωση[1]= Η Μίνθη όρος ζυγός των Σκορτών.

Πιστεύω ότι η αναγραφή της ονομασίας του χωριού μας και του βουνού με [ε] αντί με [αι] το κανονικό, είναι άστοχη και λανθασμένη. Ακόμη πιο ανιστόρητη είναι η άποψη που έχει  διατυπωθεί ότι το όνομα[ Άλβαινα] είναι ξενόγλωσσο και μάλιστα Αλβανικό.Το θέμα της προέλευσης του ονόματος το διαφωτίζει το Γεωγραφικό Λεξικό των  Μ.ΣΤΑΜΑΤΕΛΑΤΟΥ-Φ.ΒΑΜΒΑ,ΤΟΜΟΣ Α σελίδα 59  και ΤΟΜΟΣ Β΄σελ.233, όπου το βουνό Μίνθη το αποκαλεί [ Α λ ί β α ι ν α]. Η ονομασία αυτή του βουνού ετυμολογικά παραπέμπει στο αρχαίο  Αλίβας[μυθολ.]=ποταμός του κάτω κόσμου που οδηγούσε τις ψυχές των νεκρών στον Άδη ή νεκρό ποτάμι. Το ΛΕΞΙΚΟ ΠΑΠΥΡΟΣ Τόμος 1,σελίδες 344 και 345, θεωρεί την λέξη αβέβαιης προέλευσης και πιθανολογεί να πρόκειται  για προϊόν σύνθεσης από το[ άλι-αλς] και το ρήμα[ βαίνω] με την σημασία του πεθαίνω  και επειδή πίστευαν πως οι ψυχές των νεκρών περιπλανιόντουσαν στα κύματα του Αλίβα ποταμού. Το κυριωνύμιο [Αλίβαινα] και το παράγωγο [Άλβαινα] χωριό και βουνό, είναι λέξεις ελληνικές της αρχαίας και πιθανώς συνδέονται με προελληνικά[Πελασγικά] γλωσσικά στοιχεία. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η  περιοχή από την  αρχαιότητα συνδέεται με χθόνιες θεότητες [Άδης, Κόρη [Περσεφόνη], Μίνθη, Αχέροντας κ.λπ.]

Το MYΘΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Ανέστη ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΊΔΗ, το όρος Μίνθη το καταγράφει παράλληλα και με το όνομα [Άλβαινα], με περιληπτική αναφορά στον θεό Άδη και την Θεά Δήμητρα.[σελ.342].

Το ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ[ΣΤΑΜΑΤΕΛΑΤΟΥ-ΒΑΜΒΑ] τόμος Β΄σελ.233 το χωριό Μίνθη το αναφέρει με το όνομα ΄Αλβαινα[έως το 1928] και σημειώνει ότι  εδώ γεννήθηκε ο Γρηγόριος, Επίσκοπος Μεθώνης  και Νεοκάστρου, Φιλικός, αγωνιστής του ‘21. Από άλλες ιστορικές πηγές προκύπτει ότι εδώ και στο πλησίον κάστρο του Αρακλόβου, έζησαν και δοξάστηκαν ήρωες όπως ο Φιλόκαλος κατά την  Φραγκοκρατία και η Μαρία Δοξαπατρή. Ο Γιάννης Γερακός ή Άγριος και ο Αλβαινιώτης Μήτρος αγωνίστηκαν κατά των Τούρκων στα χρόνια της κατάκτησης σαν πρωτοπόροι της ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑΣ. Σύμφωνα με την παράδοση,  4 αδέρφια Κατωμερίσιοι [Κλωνάρη], στου Φτέρη την Ράχη, πολέμησαν με Ζουρτσάνους τούρκους, απαγωγείς της όμορφης αδερφής τους Ελένης, που εκεί την αποκεφάλισαν. Ο Σεσερίνος Χρίστος  πολέμησε στην μάχη των Τορμπατζίδων που έγινε στο Καλονέρι και  πολλοί άλλοι ανώνυμοι στην Μάχη της δεκάτης που έγινε στο Κακαλέτρι[Φραγκόκαμπος].                                                    

                         Η ΑΛΒΑΙΝΑ[ονομασία-σημασία]

Η ‘Αλβαινα σαν γεωγραφικός όρος συναντάται σε πάρα πολλά κείμενα από τα πολύ παλιά χρόνια και περιγράφει είτε το χωριό την σημερινή Μίνθη, είτε την κορυφή του ομώνυμου βουνού, Βουνούκα ή Βαυνούκα (υψομ.1222 μ). Τα σημαντικότερα κατά την γνώμη μου κείμενα θα τα σημειώσουμε εδώ με την σωστή ορθογραφία. Τα συμπεράσματα θα τα  υποδείξουμε στο τέλος αφού πρώτα παραθέσουμε κάποια από αυτά.

1.Μίνθη [η]:Νύμφη του Κωκυτού, ερωμένη του Πλούτωος, υπό της Δήμητρος ή της Περσεφόνης μεταμορφωθείσα εις ομώνυμον φυτόν. Αυτής επώνυμον  ήν όρος Μίνθη[νύν Άλβαινα],ανατολικώς της Πύλου, έχον εις τους πρόποδας ναόν του άδου και άλσος της Δήμητρος. ΛΕΞΙΚΟΝ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ[Μυθολογικό,Ιστορικό,Γεωγραφικό] Ανέστη Κωνσταντινίδη,Εκάτη 1999 πιστή αναπαραγωγή πρώτης έκδοσης 1900.

2.Άλβαινα[Μίνθη] 1. έως 1928 Άλβαινα, οικισμός της Πελοποννήσου στις πλαγιές του ομώνυμου όρους. ΠΡΟΣΩΠΑ: Γεννήθηκε το 1770 ο Γρηγόριος Επίσκοπος Μεθώνης και Νεοκάστρου, φιλικός αγωνιστής του ΄21.

Μίνθη 2 και Αλίβαινα. Όρος της Πελοποννήσου στον ν.Ηλείας με κορ.1344 [κάστρο],1221 [Βαυνούκα],1212[ανώνυμη]. Αρχίζει αν. της κωμοπόλεως Ζαχάρως και απολήγει στην περιοχή της Ανδρίτσαινας. Το μήκος της είναι 20 χιλιόμετρα. Έχει χαμηλή βλάστηση και μικρά υδάτινα ρεύματα. Στην  αρχαιότητα κέντρο λατρείας και ιερό του Άδη και άλσος της Δήμητρας.ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ,Μιχαήλ Σταματελάτος- Φωτεινή Βάμβα-Σταματελατου.Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη 2012-τομ.Α και Β.

3.Τραγούδι του ήρωα και μετά ληστή Γιώργη Κοντοβουνήσιου.α/α 14]Του δρόμου]

Τρία πουλάκια κάθουdαι΄ς το κάστρο της Πλατιάνας

Το΄να τηρά την Άλβαινα και τα΄άλλο τημ Παλούμπα……..κλπ

Σε υποσημείωση [2]…..καταδιωχθείς εν Γορτυνία κατά τα ορεινά της Ολυμπίας, τροφοδοτούμενος από τα χωριά αυτής Σκληρού, Άλβαινα, Σαρτσίκλι και Σμύρνα[σελ.256-259].Η Πλατιάνα είναι χωρίον του Δήμου Αλιφείρας, η Άλβαινα του Δήμου Αρήνης και η Παλούμπα, η ένδοξος κοιτίς του ηρωικού γένους Πλαπούτα, πρωτεύουσα του Δήμου Ηραίας. Το Σαρτσίκλι δεν μπορεί να εντοπισθεί και εκτιμάται ότι πρόκειται για κάποιο τοπωνύμιο κοντά στο χωριό Ζελέχοβα[Αμυγδαλιές] [Βλεπ.ΑΡΚΑΔΙΚΑ ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ-ΔΗΜΩΔΗ ΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΙΓΑΛΙΑΣ,του καθηγητή ΝΙΚΟΛ.Α.ΒΕΗ,ΑΘΗΝΑ 1903.

4.Άλλο κάστρον [ΡΚ] το επί του πρόβουνου του όρους Μίνθης[Άλβαινα-Mt  ALVENA 1222] προτεταγμένην την σημερινή κλήσιν Khrytsoyli. Σε υποσημείωση [1] σελ. 39.Claudii Rtlemaei Ceographica.Lipsia 1843 t A σελ.215 σημ3[[Μίνθη όρος ζυγός των Σκορτών]]. ΣΤΕΦΑΝΟΥ Ν.ΔΡΑΓΟΥΜΗ-ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΜΟΡΕΩΣ, ανάτυπο της πρώτης έκδοσης Παρασκευά Λεωνή 1921.

5.Εν Πτολεμαίου Γεωγραφικοίς[εκδ.Λιψίας 1843 τ.Α σελ.215,σημ.3],σημειούται [[Μίνθη όρος ζυγός των Σκορτών]]δηλαδή η σημερινή Βουνούκα[Άλβαινα].Από την εργασία και μελέτη για ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΩΝ ΣΚΟΡΤΩΝ-ΑΡΑΚΛΟΒΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ,του καθηγητή Ιωάννου Σ.ΣΑΡΡΗ 1934-1935.σελίδα 58.

6.Άλβαινα.Χωρίον αποτελούν κοινότητα της Επαρχίας Ολυμπίας του νομού Μεσσηνίας. Κλίμα εξαίρετον, παραγωγή οπωρικών μεγάλη. Μίνθη [αρχ.γεωγραφικό].Όρος της Πελοποννήσου, κατά τα ΝΑ της Τριφυλίας εν Ήλιδι, παρά τα Αρκαδικά μεθόρια αποτελούν Δυτικήν προέκτασιν του Λυκαίου, που σήμερον καλείται Άλβαινα. ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΑ-ΦΟΙΝΙΞ Π.ΔΡΑΝΔΑΚΗ,Τόμοι Γ και ΙΖ,Έκδοση 2α ,συμπληρώνοντας την 1η του 1924.

Όλα τα παραπάνω συγγράμματα έχουν πλέον περιβληθεί με το κύρος της αξιοπιστίας. Τιμή σε αυτούς που μόχθησαν για να αποθησαυρίσουν και να διατυπώσουν τα συμπεράσματα τους. Αποδίδουν με ακρίβεια τοπογραφική και κυρίως ετυμολογική τους όρους Άλβαινα, Αλίβαινα, Μίνθη, Βουνούκα και Βαυνούκα. Σημειώνω ότι δεν είναι τα μοναδικά κείμενα που αποδίδουν με ετυμολογική ακρίβεια και ορθογραφία τον όρο Άλβαινα. Παρ΄όλα αυτά πολλοί και δυστυχώς πατριώτες επιμένουν στην ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ αναγραφή της Άλβαινας με [ε] και μάλιστα λανθασμένα έχει αποτυπωθεί και σε πινακίδα στην είσοδο του χωριού. Τί να ειπούν τότε και οι ξένοι επισκέπτες;